Pellanet

Μπορεί ο πόλεμος στην Ουκρανία να αποτελέσει καταλύτη για ένα καλύτερο μέλλον;

Ενώ ο πόλεμος στην Ουκρανία κινδυνεύει να μετατραπεί σε μια παρατεταμένη σύγκρουση, ο φιλελεύθερος, δημοκρατικός κόσμος έχει την ιστορική ευκαιρία, μέσα από τη συναίνεση και την ενότητα, να διασφαλίσει μια ειρήνη βασισμένη στα δικά του, κοινά συμφέροντα.

Ίσως ο δρόμος προς την ειρήνη να είναι πράγματι μακρύς και γεμάτος αγκάθια. Εκτός εάν τα δημοκρατικά έθνη σταθούν έμπρακτα και άνευ ορίων στο πλευρό της Ουκρανίας, καθορίζοντας έτσι και την κατεύθυνση της ίδιας της ιστορικής ροής.

Κάτι τέτοιο απαιτεί μια Ευρώπη συνειδητά ενωμένη μπροστά στον Μεγάλο Σκοπό: τη διάσωση της ειρήνης και της δημοκρατίας. Όσες Ευρωπαϊκές κυβερνήσεις είναι ακόμη επιφυλακτικές ή αναποφάσιστες, οφείλουν να είναι ειλικρινείς για το συλλογικό τίμημα της στάσης τους αυτής.

Η αντιλήψεις και οι συμπεριφορές της Ευρώπης και της Δύσης συνολικά – αντιπροσωπεύοντας παράλληλα, σχεδόν τα τρία τέταρτα της παγκόσμιας οικονομικής παραγωγής – διαμορφώνεται με βάση την οδυνηρή εμπειρία δύο παγκοσμίων πολέμων αλλά και την ιστορία της Ευρωπαϊκής Αυτοκρατορίας, η πιο πρόσφατη εκδοχή της οποίας κατέρρευσε μόνο 30 χρόνια πριν, με την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης.

Παρά τη γενναιότητα των Ουκρανών και τη σφοδρή και (τουλάχιστον για τους Ρώσους) απροσδόκητη αντίσταση, αυτό που βλέπουμε σήμερα είναι διάχυτη καταστροφή και μια αβεβαιότητα που όλο και εντείνεται.

Σήμερα, οι πιθανότητες η Ρωσική εισβολή να εξελιχθεί σε μια παρατεταμένη σύγκρουση είναι πολύ υψηλές, και οι προοπτικές για ειρήνη ελάχιστες, ιδίως αν σκεφθεί κανείς την απουσία καθολικής πίεσης στα εμπόλεμα μέρη, από τη διεθνή κοινότητα.

Κυβερνήσεις που εκπροσωπούν περισσότερο από το ήμισυ του παγκόσμιου πληθυσμού –συμπεριλαμβανομένης της Ινδίας, της Νότιας Αφρικής και μεγάλου μέρους της Μέσης Ανατολής και της υπόλοιπης αφρικανικής ηπείρου– δεν αποδέχονται το αφήγημα της Ουκρανίας και της Δύσης, τόσο λόγω ιδιαίτερων πολιτικών συμφερόντων όσο και μιας διάχυτης πεποίθησης ότι η Δύση συμπεριφέρεται υποκριτικά, και βασίζει την εξωτερική της πολιτική σε “δύο μέτρα και δύο σταθμά”.

Αυτός ο διχασμός, έχει τις ρίζες του στην ιδεολογία και τον αντιαποικιακό αγώνα, που συνεχίζει να διαμορφώνει την πραγματικότητα και το φαντασιακό αυτού του μέρους του κόσμου, από τουλάχιστον δύο απόψεις.

Πρώτον, η υποστήριξη στη Σοβιετική Ένωση και σε ό,τι οι Κυβερνήσεις αυτές βλέπουν ως συνέχεια της, δηλαδή τη σημερινή Ρωσία, έρχεται σχεδόν αντανακλαστικά, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι τεράστιες γεωπολιτικές αλλαγές και το γεγονός ότι η σύγχρονη Ρωσία δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις αναπτυξιακές ανάγκες των πρώην αποικιών.

Δεύτερον, υπάρχει μια ενστικτώδης εχθρότητα προς τη Δύση, ιδιαίτερα την Ευρώπη και τις ΗΠΑ, παρόλο που αποτελούν πρωταρχικές πηγές πόρων και τεχνογνωσίας, κομβικές ιδίως για την ανάπτυξη του εμπορίου και του ψηφιακού μετασχηματισμού των χωρών αυτών.

Εάν οι δύο ευρύτερες αντίπαλες πλευρές – οι χώρες που υποστηρίζουν την Ουκρανία και όσες τάσσονται, έστω σιωπηλά, με τη ρωσική πλευρά – μπορέσουν να ενωθούν, θα βιώσουμε όχι απλά μια στιγμή επιβίωσης αλλά μια στιγμή σημαντικής ιστορικής αλλαγής. Ίσως όχι το τέλος της ιστορίας, αλλά την αρχή μιας νέας ιστορίας, τουλάχιστον στις διεθνείς σχέσεις.

Είναι, όμως, μια τέτοιας έντασης αλλαγή παραδείγματος εφικτή;

Μετά την επανένωση της Γερμανίας, ο καγκελάριος Χέλμουτ Κολ έλεγε συχνά ότι «για πρώτη φορά η Γερμανία περιβάλλεται μόνο από φίλους και εταίρους». Όσον αφορά την Ευρώπη, σήμερα ισχύει το αντίθετο. Η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη στα ανατολικά της όχι απλά με έναν παλιό εχθρό, αλλά με έναν εχθρό αρκετά τολμηρό ώστε να μη διστάσει να εισβάλει σε μια τρίτη, γειτονική, χώρα.

Ο πόλεμος στην Ουκρανία αναπόφευκτα θα αλλάξει, και πρέπει να αλλάξει, την Ευρώπη.

Αν και ο πόλεμος βρήκε τις ηγεσίες της ηπείρου μας στρατιωτικά, πολιτικά και ψυχολογικά απροετοίμαστες, η Ευρώπη φαίνεται πλέον αποφασισμένη να ξεφύγει από την κατάσταση της υπνοβασίας που χαρακτήριζε διαχρονικά την εξωτερική της συμπεριφορά.

Ωστόσο, η υφιστάμενη δομή και το θεσμικό πλαίσιο της ΕΕ δεν διευκολύνουν τη μεταμόρφωση της Ευρώπης σε μια οντότητα που θα σκέφτεται και θα δρα γεωπολιτικά.

Εάν δεν διορθώσει τα λειτουργικά της προβλήματα και δεν εφαρμόσει εκτεταμένες θεσμικές αλλαγές, η Ένωση δεν θα μπορέσει ποτέ να μετατραπεί σε αξιόπιστο διεθνή παίκτη, με ενιαία φωνή και ισχυρή αποτρεπτική ικανότητα.

Στο μεταξύ, όσο περισσότερο αλλάζουν κάποια πράγματα, τόσο περισσότερο ίδια παραμένουν κάποια άλλα.

Ορισμένοι σχολιαστές εξακολουθούν να βασίζουν την ανάλυση τους σε ένα συνδυασμό αυτοαναφορικότητας και κατευνασμού: τρανταχτό παράδειγμα, το επιχείρημα ότι μια «κακή ειρήνη είναι καλύτερη από την απουσία ειρήνης» αλλά και η ίδια η συζήτηση για παραχωρήσεις προς τον Βλαντιμίρ Πούτιν· παραχωρήσεις που όμως θέτουν σε κίνδυνο τα διεθνή σύνορα της Ουκρανίας. Κοινή βάση τέτοιων επιχειρημάτων είναι η προσδοκία ότι οι παραχωρήσεις θα σβήσουν τη δίψα της Μόσχας για εδαφική επέκταση και θα οδηγήσουν σε μια λειτουργική ειρήνη.

Μια άλλη εκδοχή αυτής της αντίληψης για την ειρήνη, είναι η θέση ότι η Ουκρανία, συνεχίζοντας την αντίσταση, «παρατείνει» κατά κάποιο τρόπο την αγωνία και την καταστροφή. Αυτός ήταν ο τόνος, για παράδειγμα, της επιστολής που έστειλαν τον Απρίλιο προς τον καγκελάριο Όλαφ Σολτς, 30 Γερμανοί διανοούμενοι, ζητώντας του να μην προμηθεύσει το Κίεβο με βαρέα όπλα.

Η θέση υπέρ της παραχώρησης Ουκρανικού εδάφους, με αντάλλαγμα την επίτευξη ειρήνης τονίστηκε, επίσης, στη συνάντηση του Νταβός τον Μάιο του 2022, από τον βετεράνο αμερικανό διπλωμάτη Χένρι Κίσιντζερ.

Οι υποστηρικτές μιας τέτοιας ειρήνης φαίνεται να ξεχνούν ότι μεταξύ των βασικών στόχων του Πούτιν είναι να διχάσει τη Δύση, προκειμένου κατ’αυτό τον τρόπο να εξαναγκάσει τον Ζελένσκι να προχωρήσει σε παραχωρήσεις.

Όσοι Ευρωπαίοι προκρίνουν μια τέτοια ειρήνη, βασισμένη στη σκοπιμότητα και όχι σε ένα πλαίσιο αρχών, οφείλουν να σκεφτούν το δίλλημα με τους όρους της δικής τους προσωπικής συνθήκης.

Για παράδειγμα, θα ήταν η Ρόδος και η Κρήτη ένα τίμημα που θα ήταν διατεθειμένη να πληρώσει η Ελλάδα σε αντίστοιχη περίπτωση πολέμου με την Τουρκία;

Τέτοιου είδους αντιλήψεις δεν εμφανίστηκαν με τον πόλεμο στην την Ουκρανία. Παρόμοια λάθη έγιναν και στο Αφγανιστάν, όπου η διεθνής κοινότητα κατασκεύασε ένα σύστημα διακυβέρνησης βασισμένο στην εξωτερική στρατιωτική υποστήριξη και όχι σε μια θεμελιώδη πολιτική συμφωνία μεταξύ της Βόρειας Συμμαχίας και των Ταλιμπάν. Ως αποτέλεσμα, όταν αποχώρησε αυτή η εξωτερική στρατιωτική υποστήριξη, η δυσκίνητη κατασκευή που είχε εγκατασταθεί κατέρρευσε υπό την πίεση των Ταλιμπάν.

Σε κάθε περίπτωση, η προθυμία της Ευρώπης να αναβαθμιστεί γεωπολιτικά δεν πρέπει να την εμποδίζει να αντιληφθεί το προφανές. Η αμερικανική ισχύς παραμένει απαραίτητη για την ασφάλεια της Ευρώπης, και αυτό θα ισχύει για πολύ καιρό ακόμη. Και σε αυτή τη μάχη, ο ρόλος της Ουώσιγκτον ήταν κρίσιμος, όπως πάντα, παρέχοντας διπλάσιο υλικό στην Ουκρανία από όλες τις άλλες χώρες μαζί. Όπως το έθεσε ο Μαξ Χάστινγκς, «η ΕΕ, με εξαίρεση την Πολωνία και τα κράτη της Βαλτικής, απέτυχε παταγωδώς να υποστηρίξει την Ουκρανία όπως της αξίζει».

Ανεξάρτητα από την τελική έκβαση του πολέμου, η Ρωσία θα βρεθεί οικονομικά ερειπωμένη, διπλωματικά απομονωμένη και με μηδενική διεθνή αξιοπιστία.

Η θέση της Δύσης θα ενισχυθεί, ενώ το κύρος της Ρωσίας θα διαβρωθεί. Κάποια στιγμή, το κόστος για τον Πούτιν μπορεί να αποβεί υπερβολικά μεγάλο για να το αντέξει. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι ο Πούτιν θα αποχωρήσει ή θα καθαιρεθεί. Και ακόμα κι αν αυτό συμβεί, τίποτα δεν εγγυάται ότι οι διάδοχοί του θα υπερασπιστούν τη δημοκρατία και τη διεθνή συνεργασία.

Η διασφάλιση ότι η Ουκρανία θα βγει πιο δυνατή από τον πόλεμο θα πρέπει να παραμείνει ο βασικός στόχος της Ευρώπης.

Ο πόλεμος δεν είναι απλώς μια στιγμή κρίσης ασφάλειας, αλλά και κρίσης δημοκρατίας. Ο πόλεμος του Πούτιν είναι πρωτίστως μια πράξη σοβιετικής αποκατάστασης και αυτοκρατορικής αναγέννησης. Είναι μια ανελεύθερη επίθεση στη δημοκρατία. Η επιθετικότητα στο εξωτερικό είναι αλληλένδετη με την καταστολή στο εσωτερικό.

Μόλις τελειώσει ο πόλεμος, η Ευρώπη έχει την ευθύνη να βοηθήσει την Ουκρανία να οικοδομηθεί ξανά, αυτή τη φορά σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά πρότυπα.

Είναι αλήθεια ότι η ένταξη στην ΕΕ δεν μπορεί να χορηγηθεί εν μία νυκτί. Για το Κίεβο, ο δρόμος για τις Βρυξέλλες, αναμένεται να είναι μακρύς.

Στο μεταξύ, η ώθηση και το timing δεν πρέπει να χαθεί. Η πρόταση της «πολιτικής κοινότητας» του Εμανουέλ Μακρόν θα μπορούσε να είναι ένας παράλληλος μηχανισμός που υποστηρίζει και μάλιστα επιταχύνει τη διαδικασία ένταξης. κάτι διαφορετικό θα έδινε ελπίδα στον Πούτιν και την «αυταρχική διεθνή».

Επιπλέον, η Δύση πρέπει να επανασυνδεθεί με όλους όσοι διάγουν τον μεγάλο υπαρξιακό αγώνα, όχι μόνο για τη δική τους ελευθερία αλλά και τις ίδιες τις δυτικές αξίες.

Υπάρχουν, άλλωστε, πολλά σημεία τομής μεταξύ της Δύσης και των πληθυσμών αυτών.

Το πρώτο έγκειται στις ραγδαία αυξανόμενες τιμές των τροφίμων, των καυσίμων και των λιπασμάτων. Ήδη, ο πόλεμος έχει κοστίσει στην Ουκρανία σχεδόν το ένα τέταρτο της προβλεπόμενης παραγωγής ελαιούχων σπόρων της, ή το ένα όγδοο των παγκόσμιων εξαγωγών, ενώ η παραγωγή σιτηρών της αναμένεται να μειωθεί φέτος, από τους 86 εκατομμύρια τόνους του 2021 σε περίπου 50 εκατομμύρια τόνους. Αυτή η εκτίμηση μπορεί μόνο να επιδεινωθεί, καθώς η Ουκρανοί αγρότες μειώνουν όλο και περισσότερο την παραγωγή τους.

Καθώς ένας στους πέντε Αφρικανούς αντιμετώπιζε επισιτιστική ανασφάλεια ακόμη και πριν από την τρέχουσα κρίση και ήδη περίπου 300 εκατομμύρια Αφρικανοί υποσιτίζονται, η άνοδος των τιμών θα μπορούσε να έχει καταστροφικές επιπτώσεις. Πρόκειται για μια κατάσταση που είναι αδύνατον να αλλάξει, χωρίς να αυξηθούν οι ροές ουκρανικών εμπορευμάτων, μέσω της Ευρώπης.

Υπάρχει όμως και ένα δεύτερο σημείο τομής: η δίψα των κοινωνιών της Αφρικής, όπως και της Ανατολικής Ευρώπης, για φιλελεύθερη δημοκρατία. Οι περισσότεροι Αφρικανοί, για παράδειγμα, προτιμούν τη δημοκρατία από άλλες μορφές διακυβέρνησης, παρόλο που οι πολιτικές ηγεσίες της ηπείρου μπορεί να μην συμμερίζονται αυτήν την άποψη. Η Ευρώπη θα πρέπει ευθυγραμμιστεί περισσότερο και να συνδεθεί πιο στενά με αυτούς τους πληθυσμούς αντί να επιδιώκει την εύνοια των κυρίαρχων ελίτ, συντηρώντας έτσι καθεστώτα που πάνε ενάντια στα ίδια της τα συμφέροντα.

Μέχρι τώρα, ένας συνδυασμός στενών συμφερόντων, άρνησης, λανθασμένων εκτιμήσεων, ανακριβών πληροφοριών και αυτολογοκρισίας, μείωναν τη διεθνή πίεση να τεθεί η Μόσχα υπόλογη, και ιδίως τη διεθνή πίεση να επιτευχθεί μια πραγματική ειρήνη.

Η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία είναι μια από εκείνες τις σπάνιες ιστορικές στιγμές που αναγκάζουν τον κόσμο να ξανασκεφτεί το παρελθόν του και να επανεφεύρει το μέλλον του.

Αναγνωρίζοντας αυτή την ευκαιρία, ο κόσμος μας μπορεί απλώς να συνειδητοποιήσει ότι έχει περισσότερα κοινά, από όσα πιστεύει.

O Greg Mills είναι επικεφαλής του The Brenthrust Foundation και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Royal United Services Institute (RUSI).

Ο Βασίλης Γαβαλάς είναι υπεύθυνος διεθνών σχέσεων, στο ΔΙΚΤΥΟ για τη Μεταρρύθμιση.

 

ΠΗΓΗ

Δημοσιεύτηκε στις 27 Ιουνίου, 2022


Σχόλια


pellanet facebook